Μείζον Καταθλιπτική Διαταραχή

Μείζον Καταθλιπτική Διαταραχή 
Μείζον Καταθλιπτική Διαταραχή 
Η  διαταραχή αυτή συνήθως είναι επεισοδιακή, δηλαδή χαρακτηρίζεται από μία ή περισσότερες διακριτές χρονικές περιόδους όπου εμφανίζονται τα συμπτώματα της κατάθλιψης ενώ πριν και μετά απ’ αυτήν την περίοδο για μήνες ή και χρόνια αυτά τα συμπτώματα απουσιάζουν. Αυτό σημαίνει ότι στην τυπική τους μορφή τα επεισόδια της κατάθλιψης έχουν την τάση να περνάνε από μόνα τους σε διάστημα 6-9 μηνών. Ωστόσο στην πράξη υπάρχουν και καταθλίψεις που κρατάνε χρόνια ή και όλη την ενήλικη ζωή του ατόμου και έτσι δεν δίνουν καθόλου την εντύπωση του επεισοδίου παρ’ όλο που καταχρηστικά, ακόμα και σ’ αυτές τις περιπτώσεις μιλάμε για «χρόνιο καταθλιπτικό επεισόδιο».
 
Προκειμένου να διαγνωστεί η ύπαρξη καταθλιπτικού επεισοδίου, τα βασικά απαιτούμενα κριτήρια είναι να υπάρχουν τουλάχιστον πέντε συμπτώματα απ’ αυτά που περιγράφονται παρακάτω, για διάστημα τουλάχιστον δύο εβδομάδων σχεδόν κάθε μέρα. Πρέπει επίσης οπωσδήποτε το ένα τουλάχιστον από τα υποκειμενικά συμπτώματα ή τα αντικειμενικά παρατηρούμενα σημεία να είναι ένα από τα δύο πρώτα.
 
Διάγνωση μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής μπαίνει όταν υπάρχει τουλάχιστον ένα καταθλιπτικό επεισόδιο στο ιστορικό του πάσχοντος.
1. Καταθλιπτική διάθεση κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας. Αυτό μπορεί να το αναφέρει το ίδιο το άτομο (αναφέρει στενοχώρια, λύπη, θλίψη, βάρος στο στήθος κ.λπ.) ή μπορεί ο ίδιος να μην το αισθάνεται, αλλά να το περιγράφουν οι γύρω του (φαίνεται στενοχωρημένος, δακρύζει, κλαίει κ.λπ.). Στην τυπική (μελαγχολική) μορφή της κατάθλιψης η διάθεση είναι χειρότερη το πρωί και καλύτερη προς το βράδυ.
2. Έντονη ελάττωση του ενδιαφέροντος και της ψυχικής όρεξης του ατόμου για εργασία, οικιακά, μελέτη ή άλλες δημιουργικές δραστηριότητες και αδυναμία να πάρει ευχαρίστηση (ανηδονία) από τις περισσότερες δραστηριότητες που έπαιρνε παλιότερα ευχαρίστηση (π.χ. δεν παίρνει χαρά από κοινωνικές συναναστροφές, από το φαί, από το σεξ, από θεάματα, από μουσική, από χόμπι κ.λπ.). Επίσης αυτή την αλλαγή μπορεί να την αναφέρει το ίδιο το άτομο ή να το παρατηρούν οι γύρω του.
3. Σημαντική μεταβολή στην όρεξη για φαγητό (ανορεξία ή υπερβολική όρεξη) και στις διατροφικές συνήθειες (ελαττωμένη ή αυξημένη πρόσληψη τροφής) που οδηγεί αντίστοιχα σε απώλεια ή αύξηση βάρους. Στην τυπική μορφή της κατάθλιψης εμφανίζεται ανορεξία και απώλεια βάρους.
4. Αϋπνία ή υπερυπνία. Στην τυπική μορφή της κατάθλιψης αναπτύσσεται αϋπνία και μάλιστα τύπου πρόωρης αφύπνισης, δηλαδή το άτομο ναι μεν κοιμάται αρκετά εύκολα όταν πέφτει για ύπνο, αλλά μετά από λίγες ώρες ξυπνάει και δυσκολεύεται να ξανακοιμηθεί.
5. Επιβράδυνση της σκέψης, του λόγου και των κινήσεων που δεν οφείλεται σε καμία σωματική ασθένεια αλλά σε ψυχική υποτονικότητα (ψυχοκινητική επιβράδυνση) ή αντίθετα ψυχική υπερδιέγερση διέγερση, νευρικότητα, υπερκινητικότητα, πολλές σκέψεις και λόγια που ανακυκλώνουν παράπονα και ανησυχίες (ψυχοκινητική διέγερση). Το δεύτερο είναι πιο συχνό στους ηλικιωμένους. Στην τυπική κατάθλιψη νέων και μεσήλικων εμφανίζεται ελαττωμένη κινητικότητα. Τα παραπάνω πρέπει να είναι δυνατόν να τα παρατηρήσουν οι άλλοι και όχι απλά να τα αισθάνεται το άτομο.
6. Αίσθημα κόπωσης, εξάντλησης, απώλειας ενέργειας που δεν δικαιολογείται από το έργο που καταβάλλεται.
7. Αισθήματα χαμηλής αυτοεκτίμησης ή υπερβολικής ή εντελώς αδικαιολόγητης ενοχής (όχι μόνο για το γεγονός ότι κάποιος έχει τα συμπτώματα της κατάθλιψης).
8. Ελάττωση στην ικανότητα για σκέψη ή για συγκέντρωση (π.χ. στην τηλεόραση, στο διάβασμα, σε μία συζήτηση).
9. Επαναλαμβανόμενες σκέψεις γύρω από τον θάνατο, επιθυμία για θάνατο χωρίς αυτοκτονία, ιδέες για αυτοκτονία χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο, ιδέες για αυτοκτονία με σχέδιο, απόπειρα αυτοκτονίας.
 
Εκτός από τα παραπάνω συμπτώματα και σημεία, συχνά στην κατάθλιψη είναι και τα σωματικά ενοχλήματα όπως πονοκέφαλοι, πόνοι στις αρθρώσεις, πόνοι στη μέση, πόνοι στους μυς, κράμπες, μουδιάσματα, μυρμηγκιάσματα, εφιδρώσεις, ναυτία, εμετοί, δυσκοιλιότητα, αίσθημα βάρους στο στήθος τόσο έντονο που προκαλεί την εντύπωση δύσπνοιας, αίσθημα βάρους ή παράλυσης στα άκρα και άλλα. Τις περισσότερες φορές οι πάσχοντες από τέτοια σωματικά συμπτώματα όταν δεν έχουν επίγνωση της θλίψης ή/και της ανηδονίας τους, είναι σίγουροι ότι πάσχουν από κάποια σωματική ασθένεια, γι αυτό και επισκέπτονται αλλεπάλληλα γενικούς γιατρούς, παθολόγους, ρευματολόγους, γαστρεντερολόγους, νευρολόγους και άλλους γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων εκτός από ψυχίατρο.
 
Στις περιπτώσεις που ο πάσχων δεν έχει επίγνωση της θλίψης ή της ανηδονίας του και που αυτά κρύβονται κι από τους γύρω του ή τον γιατρό λόγω καλής απώθησής τους στο υποσυνείδητο, δεν πληρούνται τα τυπικά κριτήρια για μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο και άρα για μείζονα καταθλιπτική διαταραχή. Ωστόσο υπάρχει η ανεπίσημη διάγνωση της «λανθάνουσας» κατάθλιψης αν ο γιατρός αποκλείσει σωματικό πρόβλημα και διαπιστώσει άλλα συμπτώματα που εμφανίζονται στο καταθλιπτικό επεισόδιο εκτός από τα δύο απαραίτητα βασικά της θλίψης και της ανηδονίας που είδαμε πιο πάνω. Πολλές φορές η ορθότητα της αμφίβολης αυτής διάγνωσης επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι τέτοια σωματικά συμπτώματα υποχωρούν με τη λήψη φαρμακευτικής αντικαταθλιπτικής αγωγής. Άλλες διαγνώσεις σχετικές με τον όρο «κατάθλιψη» που συναντάμε αρκετά συχνά είναι η δυσθυμική διαταραχή και η ελάσσων καταθλιπτική διαταραχή. Χοντρικά, αν ένα από τα βασικά συμπτώματα του καταθλιπτικού επεισοδίου (καταθλιπτικό συναίσθημα και ανηδονία) συνυπάρχει με έστω δύο από τα υπόλοιπα για πάνω από δύο χρόνια, τότε μιλάμε για δυσθυμική διαταραχή. Αν τα ίδια ισχύουν για λιγότερο από δύο χρόνια, μιλάμε για έλασσον καταθλιπτικό επεισόδιο και για ελάσσονα καταθλιπτική διαταραχή.
 
​Επιδημιολογικά στοιχεία:
Υπολογίζεται ότι κατάθλιψη έχει πιθανότητες να εμφανίσει έως και το 25% των γυναικών και το 12% των αντρών στη διάρκεια της ζωής τους. Αυτό το ποσοστό ποικίλει από χώρα σε χώρα (τα παραπάνω είναι από τα υψηλότερα παγκοσμίως και ισχύουν για τις ΗΠΑ), αλλά η σχέση γυναικών προς άντρες 2:1 φαίνεται ότι ισχύει σε όλες τις χώρες. Ας σημειώσουμε σ’ αυτό το σημείο ότι έχει υποστηριχθεί από σημαντική μερίδα ειδικών η άποψη ότι αυτή η μεγάλη διαφορά στα ποσοστά της κατάθλιψης μεταξύ αντρών και γυναικών ίσως να μην είναι στην πραγματικότητα τόσο μεγάλη όσο φαίνεται.
 
​Αιτιολογία της κατάθλιψης:
Έχει βρεθεί ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα σε διαταραχές της νευροδιαβίβασης στον εγκέφαλο και την κατάθλιψη. Η νευροδιαβίβαση είναι το φαινόμενο της επικοινωνίας των νευρικών κυττάρων (των νευρώνων) μεταξύ τους, δηλαδή η μεταβίβαση νευρικών διεγέρσεων από τον έναν νευρώνα στον άλλον. Τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα πιστεύεται ότι δρουν μέσω της επίδρασής τους στην έκκριση και την διαχείριση των νευροδιαβιβαστών. Παλιότερα υπήρχαν οι όροι «ενδογενής» και «αντιδραστική» κατάθλιψη που εγκαταλείφθηκαν σταδιακά, γιατί πρακτικά, η ταξινόμηση μίας κατάθλιψης στο ένα ή το άλλο είδος δεν γινόταν να βασιστεί σε κάποια αδιαφιλονίκητα κριτήρια. Ωστόσο θα αναφέρουμε εδώ αυτήν την διάκριση γιατί έχει θεωρητικό ενδιαφέρον αναφορικά με την αιτιολογία της κατάθλιψης. Με απλά λόγια, ενδογενής εθεωρείτο η κατάθλιψη της οποίας η πρωταρχική αιτία είναι μία διαταραχή στην νευροδιαβίβαση, ανεξάρτητα από τα εξωτερικά ερεθίσματα και τις αντίστοιχες εμπειρίες του ατόμου. Στην άλλη άκρη, η αντιδραστική κατάθλιψη εθεωρείτο εκείνη της οποίας η πρωταρχική αιτία είναι κάποια γεγονότα και οι αντίστοιχες εμπειρίες του ατόμου. Ας σημειώσουμε ότι και στην αντιδραστική κατάθλιψη, πάλι αναπτύσσεται μία διαταραχή στη νευροδιαβίβαση, αλλά αυτή η διαταραχή είναι δευτερογενές αποτέλεσμα των δυσμενών εμπειριών του ατόμου και όχι πρωταρχικό αίτιο όπως στην ενδογενή κατάθλιψη. Γι αυτό το λόγο και τα δύο είδη κατάθλιψης ανταποκρίνονται καλά στις βιολογικές θεραπείες όπως τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα και η ηλεκτροσπασμοθεραπεία. Ενδείξεις ότι κάποιος πάσχει από αντιδραστική κατάθλιψη είναι οι εξής: Πρώτο, ότι μπορούμε να βρούμε στο ιστορικό του εμφανείς στρεσογόνους παράγοντες στο πρόσφατο ή απώτερο παρελθόν (παιδική ηλικία) που δικαιολογούν την ανάπτυξη καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Δεύτερο, ότι αν και μπορεί να υπάρχουν, δεν είναι τόσο έντονα τα συμπτώματα και τα σημεία που σχετίζονται με το αυτόνομο νευρικό σύστημα όπως η ανορεξία και η απώλεια βάρους, η αϋπνία και η ψυχοκινητική επιβράδυνση ή διέγερση. Αντίθετα, ενδείξεις υπέρ της ενδογενούς κατάθλιψης είναι η απουσία κάποιων εμφανών στρεσογόνων παραγόντων από τη ζωή του πάσχοντος και η παρουσία ιδιαίτερα έντονων συμπτωμάτων και σημείων ανορεξίας, απώλειας βάρους, αϋπνίας και ψυχοκινητικής επιβράδυνσης ή διέγερσης. Επίσης στην διάγνωση ενδογενούς κατάθλιψης συνηγορούν η πολύ μεγάλη σοβαρότητα των συμπτωμάτων που αδρανοποιεί τελείως τον πάσχοντα, η απουσία ακόμα και κάποιων στοιχειωδών αφορμών για την ανάπτυξη του καταθλιπτικού επεισοδίου, η ανάπτυξη ψυχωτικών στοιχείων, δηλαδή παράλογων ιδεών που το άτομο πιστεύει ακράδαντα ως αληθείς και ψευδαισθήσεων και τέλος η απουσία επίγνωσης εκ μέρους του πάσχοντος ότι υποφέρει από ψυχική διαταραχή.
 
Εναισθησία είναι η συνειδητή αναγνώριση εκ μέρους ενός ανθρώπου ότι πάσχει από μία ψυχική διαταραχή, ότι κάτι δεν πάει καλά δηλαδή με την ψυχική του υγεία. Η οδός μέσω της οποίας οι εμπειρίες, αρχικά εμπειρίες του ατόμου στην παιδική του ηλικία, θέτουν το υπόβαθρο της «αντιδραστικής» κατάθλιψης είναι η διαμόρφωση αρνητικών πεποιθήσεων για τον εαυτό, του τύπου «δεν αξίζω να μ’ αγαπούν», «δεν αξίζω να με υπολογίζουν», «δεν αξίζω να με σέβονται», «είμαι κατώτερος», «είμαι αδύναμος», «είμαι ανήμπορος» κ.λπ.. Αυτές οι πεποιθήσεις αναπτύσσονται στο υποσυνείδητο του παιδιού, σε γενικές γραμμές γιατί μεγαλώνει σ’ ένα οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο δεν υπάρχει στον βαθμό που χρειάζεται κλίμα αγάπης και ασφάλειας και με ανθρώπους (συνήθως γονείς) από τους οποίους δεν παίρνει αρκετή φροντίδα, τρυφερότητα και αγάπη ή υφίσταται διακρίσεις σε σχέση με τ’ αδέλφια του ή παίρνει αγάπη, αλλά με λάθος τρόπο.
Λάθος τρόπος μπορεί να είναι ένας από τους παρακάτω:
1.Η αγάπη υπό όρους, δηλαδή όχι για αυτό που είναι, αλλά για τις αρετές του ή την καλή του συμπεριφορά που κάνει το παιδί να πιστέψει «αν δεν είμαι τέλειος στα μαθήματα ή στην συμπεριφορά μου ή στην εμφάνιση, δεν αξίζω τίποτα, κανένας δεν θα μ’ αγαπάει.
2.Οι διακρίσεις σε σχέση με τ’ αδέλφια του, δηλαδή να δίνονται περισσότερη προσοχή, χρόνος, έπαινοι κ.λπ. στο ένα παιδί σε σχέση με το άλλο. Αυτό οι γονείς το κάνουν τις περισσότερες φορές ασυνείδητα και δυσκολεύονται να το παραδεχθούν, όμως είναι πολύ συχνό φαινόμενο. 
3.Χωρίς σεβασμό προς την ελευθερία και την αυτονομία του παιδιού ως αποτέλεσμα της εσφαλμένης κατανόησης του τι σημαίνει να βάζουμε όρια στο παιδί, να του δείχνουμε ποιες συμπεριφορές είναι αποδεκτές και ποιες όχι κοινωνικά και τι σημαίνει να το προστατεύουμε.
4. Επίσης όταν η αγάπη προέρχεται από έναν γονέα ο οποίος είναι ο ίδιος αγχώδης και υπερπροστατευτικός, στο παιδί φτάνει διαρκώς το μήνυμα «είσαι σε κίνδυνο, είσαι αδύναμος χωρίς την προστασία μου, είσαι ανίκανος να προστατεύσεις τον εαυτό σου» και το παιδί ενσωματώνει μέσα του την πεποίθηση «είμαι αδύναμος και ανίκανος να υπερασπιστώ τον εαυτό μου εν μέσω ενός κόσμου γεμάτου κινδύνους».
 
Οι αρνητικές πεποιθήσεις που διαμορφώνονται στην παιδική ηλικία ενεργοποιούνται στην ενήλικη με κάποιο ερέθισμα όπως ένας χωρισμός, μία κακή ερωτική σχέση, έλλειψη φίλων, οικονομικές δυσκολίες, απώλεια εργασίας κ.λπ. και οδηγούν σε επεισόδιο κατάθλιψης. Πάντα; Όχι. Κάποιοι με αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό τους θα αναπτύξουν κατάθλιψη, κάποιοι γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, κάποιοι ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, κάποιοι διαταραχή πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία, κάποιοι εξάρτηση από ουσίες, κάποιοι μία άλλη συγκεκριμένη ψυχική διαταραχή και κάποιοι άλλοι (πάνω από 50% αυτού του συνόλου) δεν θα αναπτύξει καμία τυπική ψυχική διαταραχή απ’ αυτές που περιγράφουν τα βιβλία ψυχιατρικής, αλλά καθώς θα ταλαιπωρούνται συχνά από δυσάρεστα συναισθήματα και άλλα ψυχικά ή ψυχοσωματικά συμπτώματα, δεν θα αισθάνονται ψυχικά υγιείς. Εδώ είναι που μπαίνει πιθανά ο ρόλος των βιολογικών παραγόντων στην πρόκληση της κατάθλιψης αλλά και άλλων ψυχικών διαταραχών. Ένας άνθρωπος που έχει μία βιολογική ροπή προς την κατάθλιψη, με το υπόβαθρο των αρνητικών πεποιθήσεων για τον εαυτό του, θα έχει πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να εκδηλώσει κατάθλιψη απ’ ό,τι κάποιος που δεν έχει αυτήν την ροπή, αλλά έχει μία άλλη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η πορεία της διαταραχής του καθορίζεται από τους βιολογικούς παράγοντες. Οι βιολογικοί παράγοντες στη συντριπτική πλειοψηφία των ψυχικών διαταραχών που είναι εξωνοσοκομειακές, χωρίς ψυχωτικά στοιχεία και με εναισθησία, περισσότερο καθορίζουν τη μορφή της ψυχικής διαταραχής παρά την ουσία της. ΒΗ ουσία της, το αν θα υπάρξει δηλαδή γενικά διαταραχή της ψυχικής υγείας ή όχι, καθορίζεται σε τελευταία ανάλυση από τον βαθμό ύπαρξης αρνητικών πεποιθήσεων για τον εαυτό που με τη σειρά του εξαρτάται από τις παιδικές εμπειρίες του ατόμου και το επίπεδο αυτοσυνείδησης/ ευαισθησίας του.
 
Ψυχοθεραπευτική:
Αν θέλουμε να μιλάμε για μία ριζική θεραπεία της κατάθλιψης που πάει στην βαθύτερη αιτία της, αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει την απελευθέρωση του ατόμου από τις αρνητικές πεποιθήσεις που συντηρεί υποσυνείδητα κυρίως για τον εαυτό του, αφού φυσικά πρώτα τις κάνει συνειδητές και τις αναγνωρίσει. Ωστόσο πολλές φορές η φαρμακευτική αντιμετώπιση είναι και σ’ αυτές τις περιπτώσεις απαραίτητη και ιατρικώς επιβεβλημένη, μέχρι να μπορέσει να έχει αποτελέσματα η ψυχοθεραπεία και προς αποφυγή της αυτοκτονίας. 
Τρόποι διαχείρισης και αντιμετώπισης της κατάθλιψης: Η σωματική άσκηση βοηθά ουσιαστικά στον περιορισμό της κατάθλιψης, «Σε γενικές γραμμές, η συμμετοχή σε σπορ και προγράμματα άσκησης ανεβάζει τόσο τη διάθεση όσο και στη μείωση των επιπέδων της κατάθλιψης. Η άσκηση αλλάζει τη διάθεση, μέσω της ρύθμισης του άγχους, της βελτίωσης της αυτοεκτίμησης και της εικόνας του σώματος και της ανόδου της αυτοπεποίθησης. Επίσης, η άσκηση, αλλάζει ή ρυθμίζει καλύτερα μια σειρά φυσιολογικών μηχανισμών στα άτομα με κατάθλιψη, όπως είναι η έκκριση των ενδορφινών, οι αυξομειώσεις στη θερμοκρασία του σώματος, κτλ. «Επιβραβεύστε τον εαυτό σας για την επίτευξη ακόμα και ενός μικρού στόχου. Προσπαθήστε να κάνετε μια γραπτή ή νοερή λίστα με τα πράγματα που πήγαν καλά ή σας ευχαρίστησαν μέσα στην μέρα ή στην εβδομάδα. Όταν θα μπείτε στην διαδικασία να σκεφθείτε αυτήν την λίστα, θα συνειδητοποιήσετε ότι υπάρχει τουλάχιστον ένα πράγμα το οποίο πήγε καλά!» Προσθέτει: «Ενημερωθείτε για την κατάθλιψη και βρείτε πληροφορίες για τεχνικές χαλάρωσης και διαλογισμού. Ο διαλογισμός (mindfullness, meditation) και οι ασκήσεις χαλάρωσης είναι εξαιρετικά εύκολες και βοηθητικές, γίνονται παντού και μαθαίνονται πανεύκολα!».
 
Η συμβολή της ψυχοθεραπείας στους καταθλιπτικούς ασθενείς είναι σημαντική αναφορικά με την βελτίωση της εικόνας του εαυτού, την αναγέννηση της ελπίδας για το παρόν και το μέλλον, αλλά και τη μείωση του αισθήματος της ανασφάλειας που μπορεί να οδηγήσει στην ελάττωση του σωματικού πόνου που μπορεί να νιώθει λόγω όλων των παραπάνω.
 
Η Γνωσιακή-Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία είναι ένας τύπος ψυχοθεραπείας που χρησιμοποιείται συχνότερα σε περιπτώσεις Καταθλιπτικής Διαταραχής. Βοηθά το άτομο να ξαναμπεί στην κανονική ζωή  με το να απασχολείται με πράγματα που τον γεμίζουν, ενώ δίνει έμφαση στις κοινωνικές συναναστροφές. Η σημασία και θετική επίδραση της Γνωσιακής-Συμπεριφοριστικής Ψυχοθεραπείας στις ζωές των καταθλιπτικών ατόμων έχει επιβεβαιωθεί και μέσα από έρευνες, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που έχει θεωρηθεί ισάξια με τα φάρμακα.
Οι ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις βοηθούν κυρίως στην μείωση των "ψυχολογικών συμπτωμάτων" της κατάθλιψης, όπως: χαμηλή αυτοεκτίμηση, έλλειψη ελπίδας, αίσθημα ανημπόριας, συναισθήματα ενοχής, σκέψεις για αυτοκτονία. Η βελτίωση αυτή οδηγεί με την σειρά της στην ανακούφιση "σωματικών συμπτωμάτων". Η συμπεριφοριστική και η γνωσιακή - συμπεριφοριστική ψυχοθεραπεία συγκαταλέγονται στις περισσότερο διαδεδομένες ψυχοθεραπείες για την κατάθλιψη, και η αποτελεσματικότητα τους βασίζεται σε κλινικά ερευνητικά δεδομένα. Η συμπεριφοριστική θεραπεία χρησιμοποιεί τεχνικές που αποσκοπούν στην αύξηση δραστηριοτήτων μέσω των οποίων ο ασθενής αντλεί ευχαρίστηση και ικανοποίηση, βοηθά το άτομο να αναπτύξει δεξιότητες και ικανότητες για να μπορεί να αντιμετωπίζει πιο αποτελεσματικά δύσκολα γεγονότα ζωής καθώς και να ανακτήσει τις κοινωνικές του δεξιότητες όταν αυτές έχουν εκλείψει. Η γνωσιακή - συμπεριφοριστική ψυχοθεραπεία συμπεριλαμβάνει την εκμάθηση νέων τρόπων συμπεριφοράς, αλλά κυρίως εστιάζει στο να αλλάξει τον λανθασμένο τρόπο σκέψης που επικρατεί στην κατάθλιψη, και να βοηθήσει το άτομο να αξιολογεί πιο αντικειμενικά την πραγματικότητα.
 
Η γνωσιακή-συμπεριφοριστική θεραπεία της κατάθλιψης βασίζεται στην κλινική παρατήρηση ότι η καταθλιπτική διάθεση συσχετίζεται με έναν αρνητικό τρόπο σκέψης. Πολλές φορές εξαιτίας κάποιων σημαντικών γεγονότων μπορεί να ενεργοποιηθούν βαθύτερα αρνητικά σχήματα, που βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση και καθιστούν το άτομο επιρρεπές στην κατάθλιψη. Η ενεργοποίηση των σχημάτων αυτών προκαλεί μία σειρά αυτόματων αρνητικών σκέψεων οι οποίες εντείνουν την καταθλιπτική διάθεση, η οποία με την σειρά της ανατροφοδοτεί αυτόν τον τρόπο σκέψης. Για παράδειγμα, άτομα με κατάθλιψη συχνά κάνουν σκέψεις όπως "είμαι αποτυχημένος", "δεν μπορώ να κάνω τίποτα σωστά", "ποτέ δεν θα πραγματοποιήσω τους στόχους μου", "κανένας δε νοιάζεται για μένα", "θα είμαι πάντα μόνος". Αυτές οι σκέψεις μπορεί να είναι ιδιαίτερα ισχυρές και κυρίαρχες στο μυαλό του ατόμου, αλλά συνήθως δεν έχουν ρεαλιστική βάση. Στην γνωσιακή-συμπεριφοριστική θεραπεία το άτομο με κατάθλιψη και ο θεραπευτής συνεργάζονται για να προσδιορίσουν ποιοι τρόποι σκέψης και σχήματα του ατόμου είναι δυσλειτουργικά και πώς να αντικατασταθούν με άλλα πιο λειτουργικά ώστε να αποκτήσει μια καλύτερη θεώρηση της ζωής του, να βελτιωθεί η διάθεσή του και να γίνει περισσότερο λειτουργικό. Αυτό αποτελεί μία ενεργητική επίλυση προβλημάτων. Η εξάσκηση σε νέες ικανότητες και τεχνικές, μεταξύ των θεραπευτικών συνεδριών (εργασίες για το σπίτι), είναι κεντρικό μέρος της θεραπείας. Ένας βασικός στόχος της γνωσιακής-συμπεριφοριστικής θεραπείας είναι να εφοδιάσει το άτομο που έχει κατάθλιψη με εργαλεία, που θα μπορεί να χρησιμοποιήσει για την αντιμετώπιση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων και για την αποφυγή νέων επεισοδίων. Το άτομο δηλαδή προετοιμάζεται ώστε να λειτουργεί, χωρίς τη βοήθεια του θεραπευτή, για την αντιμετώπιση αντίξοων μελλοντικών συνθηκών ή υποτροπών. Η γνωσιακή-συμπεριφοριστική ψυχοθεραπεία εστιάζει στα πρακτικά αποτελέσματα. Το βασικό ερώτημα δεν είναι πώς έφτασε κανείς στο πρόβλημα, αλλά με ποιόν τρόπο θα βοηθηθεί πρακτικά και άμεσα.
 
Η θεωρία του Aaron Beck:
Τα ψυχολογικά προβλήματα δεν είναι απαραίτητα προϊόν μυστηρίων και αδιαπέραστων δυνάμεων, αλλά μπορούν να προκύψουν από απλές διαδικασίες όπως η εσφαλμένη γνώση, η εξαγωγή λανθασμένων συμπερασμάτων - Aaron Beck. Πολύ συχνά οι άνθρωποι που εμφανίζουν κατάθλιψη ενδέχεται να κατηγορούν συνεχώς τον εαυτό τους και να επικεντρώνονται στα ελαττώματά τους, ενώ συχνά βλέπουν τα πράγματα από μια πολύ αρνητική οπτική και τείνουν να χάνουν την ελπίδα τους. Σε ορισμένες ψυχολογικές θεωρίες οι αρνητικές σκέψεις και πεποιθήσεις θεωρούνται βασικές αιτίες της κατάθλιψης. Η πιο σημαντική γνωστική θεωρία για την κατάθλιψη είναι εκείνη του Aaron Beck (1967). Η υπόθεση του Beck είναι ότι οι άνθρωποι εμφανίζουν κατάθλιψη, επειδή ο τρόπος με τον οποίο σκέφτονται είναι αρνητικός. Πιο συγκεκριμένα, πρότεινε ότι η κατάθλιψη συνδέεται με την αρνητική τριάδα: αρνητικές αντιλήψεις για τον εαυτό, τον κόσμο- την οπτική γωνία που έχει το άτομο για τις καταστάσεις που αντιμετωπίζει-, το μέλλον. Αρνητικά σχήματα. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, τα άτομα που έχουν κατάθλιψη απέκτησαν κατά την διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας κάποια αρνητικά σχήματα, την τάση δηλαδή να βλέπουν τον κόσμο με αρνητικό τρόπο, μέσα από διάφορα στρεσογόνα γεγονότα ζωής, όπως η απώλεια ενός γονέα, η κοινωνική απόρριψη του παιδιού από τους συνομηλίκους του, η καταθλιπτική στάση ενός από τους γονείς. Τα σχήματα δεν είναι συνειδητές σκέψεις. Είναι ένα σύνολο πεποιθήσεων, οι οποίες λειτουργούν χωρίς την επίγνωση του ατόμου και διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο νοηματοδοτεί τις εμπειρίες του. Τα αρνητικά σχήματα εμφανίζονται κάθε φορά που το άτομο έρχεται αντιμέτωπο με καταστάσεις που μοιάζουν με αυτές που προκάλεσαν την δημιουργία τους.
Γνωστικές στρεβλώσεις. Οι γνωστικές στρεβλώσεις, η τάση του ανθρώπου να επεξεργάζεται τα δεδομένα με συγκεκριμένους αρνητικούς τρόπους, προκαλούνται από την στιγμή που ενεργοποιούνται τα αρνητικά σχήματα. Ο Beck υποστήριξε ότι τα άτομα που εμφανίζουν κατάθλιψη μπορεί να εστιάζονται υπερβολικά σε αρνητικές πληροφορίες και ανατροφοδότηση που τους αφορά, ενώ δεν παρατηρούν ή δεν θυμούνται γεγονότα θετικής ανατροφοδότησης που αφορά το άτομό τους. Κάποιος για παράδειγμα που έχει διαμορφώσει το αρνητικό σχήμα ότι είναι ανίκανος, έχει πιθανώς την τάση να παρατηρεί ενδείξεις της ανικανότητάς του και να μην παρατηρεί ή να μην θυμάται τα στοιχεία που δείχνουν ότι είναι ικανός. Με αυτόν τον τρόπο συντηρείται και το σχήμα της ανικανότητας που έχει διαμορφώσει για τον εαυτό του.
 
Γνωστικά σφάλματα. Προκειμένου να συντηρήσει αυτά τα γνωστικά σχήματα, το άτομο που έχει κατάθλιψη είναι επίσης πολύ πιθανό να εμφανίσει τα παρακάτω γνωστικά σφάλματα:
 Αυθαίρετα συμπεράσματα: το να βγάζει κανείς συμπέρασμα χωρίς να υπάρχουν επαρκή στοιχεία. Για παράδειγμα, κάποιος συμπεραίνει ότι είναι ανάξιος, επειδή βρέχει την ημέρα που κανόνισε να πάει εκδρομή. Επιλεκτική αφαίρεση: το να βγάζει κανείς συμπέρασμα εστιάζοντας την προσοχή του σε ένα μόνο στοιχείο, ενώ αγνοεί πολλά άλλα. Για παράδειγμα, ένας ηθοποιός αισθάνεται ανάξιος όταν η παράσταση που συμμετέχει δεν γνωρίζει επιτυχία, παρότι ο ίδιος είναι ένα μόνο από τα πολλά άτομα που συνέβαλαν για την δημιουργία της.Υπεργενίκευση: το να βγάζει κανείς ένα γενικευμένο συμπέρασμα με βάση ένα μεμονωμένο και πιθανώς ασήμαντο γεγονός. Για παράδειγμα, ένας μαθητής θεωρεί την κακή του απόδοση σε ένα μόνο διαγώνισμα μια συγκεκριμένη ημέρα απόδειξη ότι είναι ανίκανος.
 Γνωστική θεραπεία: Με βάση την θεωρία του ότι η κατάθλιψη είναι αποτέλεσμα αρνητικών σχημάτων και γνωστικών στρεβλώσεων, ο Beck ανέπτυξε την γνωστική θεραπεία, η οποία έχει στόχο να μεταβάλει τα αρνητικά μοτίβα σκέψης. Ο θεραπευτής προσπαθεί να βοηθήσει το άτομο να αλλάξει την άποψη του για τον εαυτό του και για τα γεγονότα της ζωής του, αναζητώντας ενδείξεις που αντικρούουν την υπεργενίκευση και αναγνωρίζοντας ικανότητες που το άτομο τείνει να υποτιμά και να παραβλέπει. Το άτομο μαθαίνει να αναγνωρίζει τα αρνητικά μοτίβα σκέψης που συμβάλλουν στην κατάθλιψη, να τα αμφισβητεί και να αποκτά νέες στρατηγικές που θα το βοηθήσουν να αποκτήσει πιο ρεαλιστικές και θετικές παραδοχές.
meaning-of-life.jpg

"Ένα ταξίδι χιλιάδων χιλιομέτρων… αρχίζει με ένα βήμα."

Λάο Τσε