Αγχώδεις Διαταραχές

Αγχώδεις Διαταραχές
Tα περισσότερα άτομα αισθάνονται κατά διαστήματα άγχος και αυτό είναι μια φυσιολογική συναισθηματική αντίδραση. Το άγχος θεωρείται μη φυσιολογικό, όταν επηρεάζει τις καθημερινές μας δραστηριότητες και μας εμποδίζει από το να έχουμε μια φυσιολογική ζωή. Οι αγχώδεις διαταραχές διακρίνονται σε διάφορες κατηγορίες. Όλες έχουν ως κοινό σύμπτωμα το άγχος και όλες αντιμετωπίζονται με ψυχοθεραπεία και φαρμακευτική αγωγή.
 
Τι είναι το άγχος;
Όταν τα άτομα είναι αγχωμένα, αισθάνονται φόβο και ένταση. Επιπλέον, ενδέχεται να παρουσιάζουν ένα ή και περισσότερα δυσάρεστα σωματικά συμπτώματα, όπως για παράδειγμα: ταχυκαρδία, καρδιοπαλμία, αίσθημα αδιαθεσίας, τρέμουλο (τρόμος), εφίδρωση, ξηροστομία, πόνο στο στήθος, κεφαλαλγία και γρήγορη αναπνοή. Τα σωματικά συμπτώματα προκαλούνται εν μέρει από τον εγκέφαλο, ο οποίος στέλνει πολλά μηνύματα μέσω των νεύρων σε διάφορα σημεία του σώματος. Ο εγκέφαλος εκκρίνει ορμόνες και χημικές ουσίες που ονομάζονται νευροδιαβιβαστές. Αυτές οι ουσίες προκαλούν τα σωματικά και συναισθηματικά συμπτώματα του άγχους.
Φυσιολογικό και μη φυσιολογικό άγχος
Το φυσιολογικό άγχος είναι μια συναισθηματική αντίδραση χρήσιμη για κάθε άτομο. Για παράδειγμα, τα περισσότερα άτομα θα αισθάνονταν άγχος σε περίπτωση που απειλούνταν από ένα επιθετικό άτομο, ή πριν από ένα σημαντικό αγώνα. Το άγχος θεωρείται μη φυσιολογικό όταν είναι δυσανάλογο σε σχέση με την αγχώδη κατάσταση την οποία το άτομο έχει βιώσει ή όταν εμφανίζεται χωρίς προφανή λόγο.
Τι είναι οι αγχώδεις διαταραχές;
Ενώ υπάρχουν διάφορες παθήσεις κατά τις οποίες το άγχος αποτελεί κύριο σύμπτωμα, οι αγχώδεις διαταραχές αποτελούν διαταραχές της διάθεσης με κοινό σύμπτωμα το παθολογικό άγχος και άλλα συμπτώματα βάση των οποίων διαχωρίζονται σε διάφορους τύπους. Οι βασικοί τύποι των αγχωδών διαταραχών είναι οι ακόλουθοι:
1. Διαταραχή μετατραυματικού στρες

Ένα σοβαρό τραύμα, όπως μια σοβαρή επίθεση ή ένα ατύχημα που έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή του ατόμου, είναι πιθανό να προκαλέσει μετατραυματικό στρες. Τα συμπτώματα διαρκούν τουλάχιστον ένα μήνα και συχνά πολύ περισσότερο. Το άγχος είναι μόνο ένα εκ των συμπτωμάτων. Τα κύρια συμπτώματα του μετατραυματικού στρες είναι η αναβίωση του τραύματος γεγονός που είναι πολύ οδυνηρό. Το άτομο προσπαθεί να αποφύγει σκέψεις, συναισθήματα, συζητήσεις, τόπους, ανθρώπους, δραστηριότητες ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να πυροδοτήσει τις αναμνήσεις ή τις σκέψεις του τραύματος. Το αίσθημα ότι το άτομο είναι συναισθηματικά μουδιασμένο δυσκολεύει στο να νιώσει αισθήματα αγάπης. Η προοπτική για το μέλλον είναι συχνά απαισιόδοξη. Μπορεί το άτομο να χάνει το ενδιαφέρον του για δραστηριότητες που συνήθιζε να απολαμβάνει.
2. Κοινωνική Φοβία

Η Κοινωνική Φοβία (κοινωνική αγχώδης διαταραχή) αποτελεί ίσως τον πιο κοινό τύπο φοβίας. Τα άτομα με κοινωνική φοβία βιώνουν έντονο φόβο για αυτό που οι γύρω τους μπορεί να σκεφτούν για τους ίδιους ή για το πως μπορεί να τους κρίνουν. Επομένως, βιώνουν φόβο για κάθε επαφή τους με άλλα άτομα ή για την περίπτωση ομιλίας δημόσια σε επίσημες ή ανεπίσημες περιστάσεις ενώπιον άλλων ατόμων, ιδιαιτέρως αγνώστων. Τα άτομα βιώνουν φόβο ότι θα ενεργήσουν αμήχανα και ότι οι πράξεις τους θα κριθούν από τους άλλους ως ανόητες, ανεπαρκείς, βλακώδεις, απερίσκεπτες κ.λπ. Αυτό το γεγονός αλλάζει δραματικά την ποιότητα ζωής των ατόμων αυτών.
3. Διαταραχή πανικού
Με τον όρο διαταραχή πανικού εννοούνται οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις πανικού. Η κρίση πανικού είναι μια έντονη επίθεση άγχους και φόβου που εμφανίζεται ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς προφανή αίτια. Τα σωματικά συμπτώματα του άγχους κατά τη διάρκεια μιας κρίσης πανικού είναι πολύ έντονα και περιλαμβάνουν: ταχυκαρδία, τρέμουλο, δύσπνοια, πόνους στο στήθος, αίσθημα λιποθυμίας, μούδιασμα ή τσιμπήματα και βελονιές. Κάθε κρίση πανικού διαρκεί κατά κανόνα 5-10 λεπτά, αλλά μερικές φορές και έως δύο ώρες.
 
4. Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή

Τα άτομα που πάσχουν από Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή, βιώνουν έντονο άγχος, αισθάνονται φόβο, ανησυχία και ένταση τις περισσότερες ημέρες και η κατάσταση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται για μεγάλα διαστήματα. Το άγχος τους αφορά συνηθισμένες εργασίες όπως του σπιτιού ή της δουλειάς, αλλά ακόμη και ασήμαντα θέματα. Επιπλέον, συνήθως παρουσιάζεται νευρικότητα, κόπωση, ευερεθιστότητα, μυική ένταση και προβλήματα στον ύπνο.
5. Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή

Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες ιδεοληψίες, καταναγκασμούς ή και τα δύο. Ιδεοληψίες ονομάζονται οι επαναλαμβανόμενες σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις, οι οποίες προκαλούν άγχος ή αποστροφή. Κοινές ιδεοληψίες είναι ο φόβος για πιθανές μολύνσεις, για την ύπαρξη μικροβίων, για καταστροφές, για βία κ.λπ. Οι ψυχαναγκασμοί συνδέονται με τις σκέψεις ή τις ενέργειες που το άτομο αισθάνεται ότι πρέπει να πράξει ή να επαναλάβει. Το άτομο προβαίνει συνήθως σε μια ψυχαναγκαστική πράξη προκειμένου να ξεπεράσει το άγχος που του έχει προκαλέσει η ιδεοληψία. Ένα κοινό παράδειγμα ψυχαναγκαστικής πράξης είναι το επαναλαμβανόμενο πλύσιμο των χεριών, το οποίο συνοδεύει την αντιμετώπιση της ιδεοληψίας του φόβου για τη βρομιά ή τα μικρόβια. Περαιτέρω παραδείγματα ψυχαναγκαστικών πράξεων αποτελούν: ο επανειλημμένος καθαρισμός, ο έλεγχος, η καταμέτρηση, η επαφή και αποθήκευση αντικειμένων.
Πώς θεραπεύονται οι αγχώδεις διαταραχές και φοβίες;
Ο κύριος στόχος της θεραπείας είναι να επιτευχθεί μείωση των συμπτωμάτων έτσι ώστε το άγχος να μην εμποδίζει τις καθημερινές δραστηριότητες του ατόμου. Οι θεραπευτικές επιλογές περιλαμβάνουν τη ψυχοθεραπεία και τη φαρμακευτική θεραπεία. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να ζητάμε τη γνώμη του ειδικού γιατρού.
Φαρμακευτική θεραπεία

Αντικαταθλιπτικά
Τα αντικαταθλιπτικά χρησιμοποιούνται κυρίως για τη θεραπεία της κατάθλιψης, όμως συμβάλλουν και στη μείωση των συμπτωμάτων άγχους, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου τα άτομα δεν πάσχουν από κατάθλιψη. Πιο συγκεκριμένα, επιδρούν στουςνευροδιαβιβαστές, όπως η σεροτονίνη ή η νορεπινεφρίνη, οι οποίοι συνδέονται με την πρόκληση των συμπτωμάτων άγχους. Τα αντικαταθλιπτικά δεν έχουν άμεση δράση στον ασθενή, για το λόγο αυτό η λήψη τους θα πρέπει να συνεχίζεται για τουλάχιστον 2-4 εβδομάδες. Ένα από τα συνηθέστερα προβλήματα των αντικαταθλιπτικών είναι ότι οι ασθενείς τα διακόπτουν ύστερα από μια εβδομάδα χορήγησης, θεωρώντας ότι δεν είναι αποτελεσματικά.
Όταν συνταγογραφείται ένα αντικαταθλιπτικό φάρμακο το άτομο θα πρέπει να μην εγκαταλείψει τη θεραπεία πριν από το ενδεδειγμένο από το γιατρό του χρονικό διάστημα. Τα αντικαταθλιπτικά δεν είναι ηρεμιστικά και συνήθως δεν γίνονται εθιστικά.
Βενζοδιαζεπίνες
Οι βενζοδιαζεπίνες (κάποιες φορές αποκαλούνται ελαφρά ηρεμιστικά) αποτελούν πολύ κοινά συνταγογραφούμενα φάρμακα για την καταπολέμηση του άγχους. Συνήθως βελτιώνουν τα συμπτώματα, εν τούτοις είναι εθιστικά και σε περίπτωση που λαμβάνονται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των λίγων εβδομάδων πιθανώς να μειωθεί η δράση τους. Επίσης, ενδέχεται να προκαλέσουν υπνηλία. Η σύντομη χορήγηση των βενζοδιαζεπινών μέχρι και 2-3 εβδομάδες, αποτελεί ίσως μια επιλογή για την άμεση ανακούφιση των συμπτωμάτων του άγχους, η οποία είναι ασφαλής.
Βουσπιρόνη
Η Βουσπιρόνη συνταγογραφείται συνήθως για την αντιμετώπιση της Γενικευμένης αγχώδους διαταραχής. Πρόκειται για αγχολυτικό φάρμακο, το οποίο όμως διαφέρει από τις υπόλοιπες βενζοδιαζεπίνες και δεν κρίνεται εθιστικό. Παρότι ο μηχανισμός με τον οποίο λειτουργεί δεν έχει καταστεί σαφής, θεωρείται ότι επηρεάζει τη σεροτονίνη, δηλαδή τη χημική ουσία του εγκεφάλου που προφανώς εμπλέκεται στην πρόκληση των συμπτωμάτων άγχους.
Αλκοόλ και άγχος
Παρά το γεγονός ότι το αλκοόλ μπορεί να ανακουφίσει τα άτομα πρόσκαιρα από τα συμπτώματα άγχους, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι η κατανάλωσή του ενισχύει τη θεραπεία του άγχους, διότι μακροπρόθεσμα αυτό δεν συμβαίνει. Η κατανάλωση αλκοόλ με σκοπό την ηρεμία των νεύρων έχει αντίθετα αποτελέσματα και οδηγεί και στον αλκοολισμό. Τα άτομα που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες αλκοόλ (ή ναρκωτικών ουσιών) προκειμένου να καταπραΰνουν το άγχος τους, θα πρέπει
να συμβουλευθούν γιατρό.
Σημάδια και συμπτώματα αγχώδης  διαταραχής
 
Όλοι ερχόμαστε κατά καιρούς αντιμέτωποι με το άγχος λόγω μεγάλων αλλαγών που μπορεί να συμβαίνουν στη ζωή μας και που μας ασκούν έντονες ψυχολογικές πιέσεις.
Μια μετακόμιση, μια οικονομική δυσκολία ή μια αλλαγή εργασιακού περιβάλλοντος είναι μερικές μόνο περιστάσεις που μπορεί να πυροδοτήσουν το αίσθημα του άγχους.
Ωστόσο, μιλάμε πλέον για αγχώδη διαταραχή και όχι για απλό παροδικό άγχος όταν τα συμπτώματα που βιώνουμε είναι πιο σοβαρά από την ίδια την κατάσταση που τα προκάλεσε και όταν αρχίζουν να διαταράσσουν την καθημερινότητά μας.
 
Σημάδια και συμπτώματα
Οι αγχώδεις διαταραχές συνοδεύονται από σημαντική δυσφορία και αναστάτωσης της προσωπικής, επαγγελματικής και κοινωνικής ζωής, ωστόσο με την κατάλληλη βοήθεια είναι δυνατό να τεθούν υπό έλεγχο. Η σωστή διάγνωση της αγχώδους διαταραχής είναι το πρώτο και βασικότερο βήμα για την αποτελεσματική αντιμετώπισή της.
 
Παρακάτω θα δείτε δέκα κοινά σημάδια και συμπτώματα που χαρακτηρίζουν τις αγχώδεις διαταραχές.
1. Υπερβολική ανησυχία
Είναι λογικό να ανησυχούμε όταν ένα αγαπημένο μας πρόσωπο αντιμετωπίζει μια ασθένεια ή όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια μεγάλη οικονομική δυσκολία. Ωστόσο, στην περίπτωση αγχώδους διαταραχής οι ανησυχίες είναι δυσανάλογες προς τις αιτίες που τις προκαλούν και πολλές φορές κάνουν την εμφάνισή τους ακόμη και σε απλές καθημερινές καταστάσεις που δεν φορτίζουν τον μέσο άνθρωπο.
Για να θεωρηθεί σύμπτωμα της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής (generalised anxiety disorder - GAD), η έντονη ανησυχία πρέπει να εμφανίζεται τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας για τουλάχιστον έξι μήνες και το άτομο να δυσκολεύεται να τη διαχειριστεί. Επίσης, η ανησυχία που χαρακτηρίζει τη ΓΑΔ οδηγεί συχνά σε αδυναμία συγκέντρωσης και ολοκλήρωσης των καθημερινών υποχρεώσεων.
2. Μόνιμη εγρήγορση
Το άγχος έχει σαν αποτέλεσμα να διεγείρεται υπερβολικά τμήμα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος. Σωματικές εκδηλώσεις της επίδρασης αυτής είναι οι γρήγοροι παλμοί της καρδιάς, η έντονη εφίδρωση (κυρίως στις παλάμες), το τρέμουλο των χεριών και η ξηροστομία. Όλα αυτά συμβαίνουν επειδή ο εγκέφαλος μπαίνει σε κατάσταση επιφυλακής και προετοιμάζει το σώμα να ανταποκριθεί σε μια επερχόμενη απειλή.
Αυτή η εγρήγορση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε πραγματικές καταστάσεις κινδύνου, ωστόσο δεν ωφελεί και μάλιστα είναι επιβλαβής όταν αποτελεί μέρος της καθημερινής ρουτίνας.
3. Αεικινησία
Η αδιάκοπη και νευρική κίνηση είναι ένδειξη αγχώδους διαταραχής κυρίως στα παιδιά και στους εφήβους. Τα άτομα που το βιώνουν το περιγράφουν σαν μια αίσθηση ότι βρίσκονται μόνιμα «στην τσίτα» ή νιώθουν ότι δεν μπορούν να παραμείνουν στην ίδια θέση για πολλή ώρα.
Μελέτη στην επιθεώρηση Journal of the American Academy of Child and Adolescent Psychiatry (JAACAP) που αφορούσε 128 παιδιά με αγχώδη διαταραχή υπέδειξε ότι σε ποσοστό 74% η αεικινησία ήταν ένα από τα βασικά συμπτώματα της διαταραχής.
4. Κόπωση
Μία ακόμη πιθανή ένδειξη αγχώδους διαταραχής είναι το αίσθημα κόπωσης ακόμη και μετά από σύντομης διάρκειας ή ήπιας έντασης δραστηριότητες. Θεωρείται μάλιστα παράδοξη, καθώς το άγχος συνήθως ταυτίζεται με την υπερκινητικότητα και τη νευρικότητα.
Σε ορισμένες περιπτώσεις η κόπωση εμφανίζεται μετά από μια κρίση άγχους, ενώ άλλες φορές είναι χρόνια.
5. Δυσκολία συγκέντρωσης
Μελέτη στην επιθεώρηση Journal of the American Academy of Child and Adolescent Psychiatry (JAACAP) σε 157 παιδιά με αγχώδη διαταραχή υπέδειξε ότι πάνω από δύο στα τρία αντιμετώπιζαν δυσκολία συγκέντρωσης. Μια άλλη μελέτη στην επιθεώρηση Journal of Anxiety Disorders, αυτή τη φορά σε ενήλικες με αγχώδη διαταραχή, έδειξε ότι σχεδόν το 90% αντιμετώπιζαν δυσκολία συγκέντρωσης. Μάλιστα, σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, όσο πιο σοβαρή ήταν η διαταραχή τόσο μεγαλύτερη ήταν η δυσκολία συγκέντρωσης.
Το άγχος μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία της λειτουργικής (ενεργής) μνήμης, της μνήμης που είναι υπεύθυνη για την βραχυπρόθεσμη απομνημόνευση. Αυτό πιθανώς εξηγεί την πτώση των επιδόσεων που παρατηρείται σε περιόδους έντονου άγχους.
6. Ευερεθιστότητα
Τα περισσότερα άτομα με αγχώδη διαταραχή παρουσιάζουν επίσης έντονη ευερεθιστότητα.
Πρόσφατη μελέτη σε δείγμα 6.000 ενηλίκων, η οποία δημοσιεύεται στην επιθεώρηση The Journal of Nervous and Mental Disease, έδειξε ότι πάνω από το 90% των ανθρώπων με ΓΑΔ εκδηλώνουν ευερεθιστότητα κατά τις περιόδους που βιώνουν έντονο άγχος.
 
7. Δυσκολίες στον ύπνο
Οι διαταραχές του ύπνου συνδέονται στενά με τις αγχώδεις διαταραχές. Οι διακοπές του ύπνου μέσα στη νύχτα και η αϋπνία είναι τα δύο προβλήματα που βιώνουν συχνότερα τα άτομα με άγχος.
Σύμφωνα μάλιστα με μελέτη στην επιθεώρηση Journal of Abnormal Child Psychology, οι διαταραχές του ύπνου στην παιδική ηλικία μπορεί να «προβλέψουν» την εκδήλωση του άγχους στη μετέπειτα ζωή. Από τα 1.000 παιδιά που παρακολουθήθηκαν στο πλαίσιο της μελέτης, όσα αντιμετώπιζαν πρόβλημα αϋπνίας ήταν 60% πιο πιθανό να εκδηλώσουν αγχώδη διαταραχή μέχρι την ηλικία των 26 ετών.
8. Κρίσεις πανικού
Η διαταραχή πανικού είναι ένα συχνό είδος αγχώδους διαταραχής που χαρακτηρίζεται από τις γνωστές κρίσεις πανικού.
Μια κρίση πανικού χαρακτηρίζεται από ένα ακατανίκητο αίσθημα φόβου και συνοδεύεται από ποικίλες σωματικές εκδηλώσεις όπως η ταχυπαλμία, η έντονη εφίδρωση, το τρέμουλο, η δύσπνοια, το σφίξιμο στο στήθος, η ναυτία κ.ά.
Υπολογίζεται ότι ποσοστό 22% των Αμερικανών θα εκδηλώσει κρίση πανικού κάποια στιγμή στη ζωή του, ωστόσο μόνο το 3% εξ αυτών εκδηλώνει κρίσεις πανικού τόσο συχνά ώστε να πληροί τα κριτήρια της διαταραχής πανικού.
9. Κοινωνική απομόνωση
Τα άτομα που πάσχουν από αγχώδεις διαταραχές τείνουν να αποφεύγουν τις κοινωνικές εκδηλώσεις, ανησυχούν για την κριτική που τυχόν θα τους ασκήσουν οι άλλοι, φοβούνται μήπως ντροπιαστούν μπροστά σε τρίτους και αποφεύγουν την πολυκοσμία λόγω του άγχους τους.
Αυτό το είδος κοινωνικού άγχους, όπως ονομάζεται, υπολογίζεται ότι απαντάται σε ποσοστό περίπου 12% των ενηλίκων στις ΗΠΑ.
10. Φοβίες
Ο ακραίος φόβος απέναντι σε πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις (π.χ. αράχνες, μικροί χώροι) χαρακτηρίζεται ως φοβία και αποτελεί τυπική ένδειξη της αγχώδους διαταραχής.
Οι φοβίες συνήθως κάνουν την εμφάνισή τους σε μικρή ηλικία (παιδική, εφηβική) και είναι τόσο έντονες ώστε εμποδίζουν το άτομο να λειτουργήσει φυσιολογικά στην καθημερινότητά του.
14032016102004-0.jpg

 Δυσάρεστη συναισθηματική κατάσταση που περιλαμβάνει αισθήματα τάσης, φόβου ή ακόμη και τρόμου σαν απάντηση σε κίνδυνο του οποίου η πηγή είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστη ή μη αναγνωρίσιμη.