Διαχείριση διαζυγίου και παιδιά

Διαχείριση διαζυγίου και παιδιά

Η οικογένεια παίζει καθοριστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται και χτίζονται οι διαπροσωπικές σχέσεις. Tα τελευταία χρόνια έχουν παρατηρηθεί μεγάλες αλλαγές στη δομή της οικογένειας και τα ποσοστά των διαζυγίων έχουν ραγδαία αύξηση (Hetheringhton, 2003). Πλέον το διαζύγιο και οι μονογονεϊκές οικογένειες δεν αποτελούν κοινωνικό στίγμα ή «παθολογία» (Αyalon & Flasher, 1993), όταν όμως εμπλέκονται παιδιά πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη τόσο η απόφαση του διαζυγίου όσο και ο τρόπος που θα το χειριστούν οι γονείς προκειμένου να μειωθούν οι έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις.

 

Τα περισσότερα παιδιά ξεπερνούν τις επιπτώσεις του διαζυγίου των γονέων συνήθως δυο χρόνια μετά την υλοποίησή του (Hetherington et al., 1998). Προστατευτικοί παράγοντες που οδηγούν στην ομαλή διαχείριση και αντιμετώπιση του χωρισμού αποτελούν η ιδιοσυγκρασία του κάθε παιδιού, οι γνωστικές δεξιότητες, η εμπιστοσύνη απέναντι στον εαυτό τους και στους γονείς τους, το υποστηρικτικό πλαίσιο καθώς και η ομαλή προσαρμογή του γονέα που δεν θα χρειαστεί να βάλει το παιδί στην θέση του «φροντιστή».

Επιπρόσθετα, σημαντικός παράγοντας για την προσαρμογή των παιδιών αποτελεί και η ηλικιακή ομάδα που ανήκουν. Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας ενδέχεται να εμφανίσουν διαταραχές στον ύπνο, στο φαγητό, να προσκολληθούν περισσότερο στον ένα γονέα ή να παλινδρομήσουν σε πρώιμα στάδια ανάπτυξης. Δεν είναι σε θέση ακόμα να κατανοήσουν πλήρως την έννοια του διαζυγίου, μπερδεύονται και βγάζουν επιθετικότητα στο παιχνίδι τους ή και στην συμπεριφορά τους. Τα παιδιά σχολικής ηλικίας συχνά εκφράζουν θλίψη και θυμό, αρνούνται τo οριστικό του διαζυγίου και φαντάζονται ότι θα τα «ξαναβρούν» οι γονείς(Kroll,1994). Οι έφηβοι συνήθως βιώνουν απογοήτευση και θυμό, χρησιμοποιούν την άρνηση ως μηχανισμό άμυνας, απομονώνονται και ζητούν διέξοδο σε παρέες συνομηλίκων εκτός σπιτιού.

 

Οι γονείς πρέπει να κατανοήσουν ότι οι παραπάνω εκδηλώσεις είναι αναμενόμενες κατά την διαδικασία πένθους που βιώνουν τα παιδιά λόγω του διαζυγίου και συνήθως παροδικές. Όταν ο χωρισμός πραγματοποιείται με σωστούς χειρισμούς και οι γονείς παραμένουν συναισθηματικά διαθέσιμοι απέναντι στα παιδιά, τότε τα εξοπλίζουν με περισσότερα εφόδια προκειμένου να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και να επεξεργαστούν ομαλά την διαδικασία του χωρισμού.

 

Οδηγίες για τους γονείς:

Να γίνει ενημέρωση των παιδιών όταν πλέον είναι σίγουροι ότι θα προχωρήσουν σε διαδικασία διαζυγίου. Η συζήτηση να γίνει σε κλίμα συνεργασίας και ειλικρίνειας χωρίς αμφιθυμικά συναισθήματα ή εντάσεις.

Να εξηγήσουν από κοινού και με ήπιο τρόπο ότι πλέον δεν μπορούν να συνεχίσουν να ζουν μαζί για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με τα παιδιά αλλά με την προσωπική τους σχέση. Τα παιδιά τείνουν να κυριεύονται από ενοχές όταν η σχέση των γονέων είναι συγκρουσιακή και διαλύεται, είναι αναγκαίο να ξεκαθαριστεί ότι δεν είναι δική τους ευθύνη ο χωρισμός, ούτε σχετίζεται με δικές τους συμπεριφορές ή λάθη.

Να εκφράσουν τα συναισθήματά τους και την ενδεχόμενη απογοήτευση που νιώθουν και οι ίδιοι για την πορεία της σχέσης τους μιλώντας με απλά και κατανοητά για την ηλικία του παιδιού λόγια. Ίσως είναι βοηθητικό να δοθεί μια εξήγηση όπως «Πριν χρόνια ερωτευτήκαμε και παντρευτήκαμε, ύστερα κάναμε εσάς, δυστυχώς κάποιες φορές τα συναισθήματα σε ένα ζευγάριαλλάζουν και πλέον κρίνουμε ότι είναι καλύτερο να χωρίσουμε παρά να συμβιώνουμε σε ένα κλίμα τσακωμών και εντάσεων».

 

Να διαβεβαιώσουν τα παιδιά ότι ο ρόλος τους ως γονείς δεν θα αλλάξει, τα συναισθήματα αγάπης και φροντίδας απέναντι τους δεν μεταβάλλονται και θα είναι δίπλα τους και οι δυο όποτε τους χρειαστούν.

Να δώσουν χώρο και χρόνο στα παιδιά προκειμένουνα διατυπώσουν ερωτήσεις και να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Είναι χρήσιμο οι απαντήσεις να είναι όσο το δυνατόν πιο ειλικρινείς.

 

Καλό είναι να συζητηθούν αλλαγές που θα γίνουν σε πρακτικά ζητήματα όπως με ποιον γονέα θα μείνουν, πού θα μείνουν, πού και πότε θα βλέπουν τον γονέα που θα αποχωρήσει. Το διαζύγιο αποτελεί μεγάλη και συνήθως απότομη αλλαγή στα πλαίσια μιας οικογένειας, τα παιδιά συχνά βιώνουν έντονη απογοήτευση και απώλεια ελέγχου της ζωής τους που ξαφνικά δεν θα είναι όπως την ήξεραν. Είναι αρκετά ωφέλιμη λοιπόν η προβλεψιμότητα στην συμπεριφορά των γονέων μετά την ανακοίνωση του χωρισμού και η ύπαρξη ενός σταθερού πλαισίου με όσο το δυνατόν λιγότερες μεταβολές.

 

Σε περίπτωση συγκρουσιακού διαζυγίου, είναι σημαντικό οι γονείς να αποφεύγουν να κατηγορούν ο ένας τον άλλον μπροστά στα παιδιά, εισπράττοντας έτσι όλο το εχθρικό κλίμα και τον θυμό που υπάρχει μεταξύ τους. Τα εχθρικά αυτά συναισθήματα είναι πιθανόν να μετατεθούν από την πλευρά του παιδιού σε κάποιο άλλο πρόσωπο π.χ. συμμαθητές και να εκδηλωθούν έντονα προβλήματα συμπεριφοράς.

Να διατηρηθούν τα όρια που βάζουν στην συμπεριφορά των παιδιών και να μην υποκύπτουν σε οποιαδήποτε επιθυμία τους. Είναι αρκετά σύνηθες οι γονείς υποκινούμενοι από τις ενοχές που νιώθουν λόγω του διαζυγίου, να αλλάζουν την συμπεριφορά τους προς τα παιδιά, αφήνοντας τους περιθώρια να ξεπεράσουν τα όρια και τους κανόνες που μέχρι τώρα ίσχυαν, δίνοντας τους έτσι μια αίσθηση παντοδυναμίας. Η αλλαγή αυτή δεν είναι βοηθητική για τα παιδιά, αντίθετα τα μπερδεύει και τα αποπροσανατολίζει.

Πολλές φορές τα παιδιά φαντασιώνονται πως οι γονείς θα τα ξαναβρούν και θα γίνουν πάλι όλα όπως ήταν παλιά, με αποτέλεσμα να προσπαθούν να πάρουν το ρόλο του μεσολαβητή και αποκτούν χειριστικές συμπεριφορές. Οι γονείς καλό είναι να ακούν και να σέβονται τις σκέψεις και τα συναισθήματα των παιδιών, χωρίς ωστόσο να τους δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση ότι η απόφαση του διαζυγίου είναι απόφαση των παιδιών που ανά πάσα στιγμή μπορεί να ανατραπεί. Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι για την πορεία της συζυγικής σχέσης αποφασίζουν μόνο οι γονείς. Τα παιδιά απελευθερώνονται από την σκέψη ότι έχουν την ευθύνη να τα ξαναβρούν οι γονείς τους και επενδύουν σε άλλα υγιή κομμάτια της καθημερινότητας τους όπως φίλοι, δραστηριότητες κλπ.

 

Αφού ενημερωθούν τα παιδιά για το διαζύγιο, μετά να ενημερώνονται άλλα σημαντικά πρόσωπα του περιβάλλοντος των παιδίων όπως δάσκαλοι και στενοί συγγενείς. Έτσι έχουν την δυνατότητανα παρατηρούν τυχόν συναισθηματικές διακυμάνσεις των παιδίων και να μπορούν να τις πλαισιώσουν. Ταυτόχρονα τα παιδιά να νιώθουν ότι υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζουν την κατάσταση της οικογένειας τους την δεδομένη στιγμή, στους οποίους μπορούν να απευθυνθούν και να συζητήσουν ότι τα απασχολεί.

Να απευθυνθούν σε ειδικό όταν αυτό είναι χρήσιμο για την καλύτερη προσαρμογή τόσο των παιδιών όσο και των γονέων. Με τη σωστή βοήθεια και καθοδήγηση, τα συναισθήματα δουλεύονται και εκφράζονται με εποικοδομητικό τρόπο, ελέγχονται οι αρνητικές ή έντονες αντιδράσεις χωρίς να δημιουργούν πανικό και η οικογένεια νιώθει πιο δυνατή προκειμένου να ανταπεξέλθει στη νέα πραγματικότητα.

Πηγή https://www.hamogelo.gr/.../diacheirisi-diazigiou-apo-ta.../

Βιβλιογραφία

Ayalon, O., & Flasher, A.(1993). Chain Reaction:Children and divorce. London:Jessica Kingsley Publishers Ltd.

Hetherington, E.,M.(2003) ‘Intimate pathways:Changing Patterns in close personal relationships across time’, Family Relations, Vol 52(4),pp 318-331.

Hetherington, E.,M., Bridges, M., Insabella, G(1998) ‘What matters?What does not?Five perspectives on the association between marital transitions and

Children’s adjustment, American Psychological Association, 53(2),pp167

Kroll, B(1994) Chasing Rainbows:Children, Divorce and Loss. Dorset Russel House Publishing.

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Διάφοροι μύθοι διατηρούνται για τα παιδιά χωρισμένων γονιών.

«Αν οι γονείς είναι δυστυχείς στο γάμο, είναι και τα παιδιά. Ο χωρισμός λοιπόν βοηθάει και τους γονείς και τα παιδιά. Ότι είναι καλό για τη μαμά και το μπαμπά είναι καλό για τα παιδιά».

Πλέον ένα πλήθος ερευνών γύρω από τα διαζύγια και τις επιπτώσεις τους αποκαλύπτει ότι τα παιδιά υποφέρουν όταν διαλύεται ο γάμος.

Έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά χωρισμένων γονέων έχουν περισσότερα προβλήματα συμπεριφοράς και επικοινωνίας συγκριτικά με παιδιά οικογενειών με δύο γονείς. Έχουν μεγαλύτερη επιθετικότητα, παρορμητικότητα, αντικοινωνικές συμπεριφορές και πιο προβληματικές σχέσεις με τις μητέρες και τους πατέρες τους.

Έχουν χαμηλότερες σχολικές επιδόσεις, με το 75% των παιδιών να εμφανίζουν ραγδαία πτώση στις προηγούμενες επιδόσεις τους.

Τα παιδιά που βιώνουν το διαζύγιο σε νεαρότερες ηλικίες είναι πιθανότερο να εμφανίσουν προβλήματα.

Τα αγόρια που ζουν με τον πατέρα τους και τα κορίτσια που ζουν με τη μητέρα τους έχουν λιγότερες δυσκολίες από τα παιδιά που παραμένουν με γονέα του αντίθετου φύλου.

Η ένταση των ψυχολογικών επιπτώσεων σχετίζεται επίσης με τους εξής παράγοντες:

  1. Ποιότητα της γονεϊκής σχέσης πριν το χωρισμό.

  2. Ένταση και διάρκεια των συγκρούσεων των γονέων.

  3. Ικανότητα των γονέων να εστιάσουν στις ανάγκες των παιδιών στο διαζύγιο.

Τα βρέφη αδυνατούν να αντιληφθούν και να κατανοήσουν ως γεγονότα τις αλλαγές στο σπίτι.

Ο τρόπος που επικοινωνείται η αλλαγή είναι με την κατάρρευση του προηγούμενου συναισθηματικού πλαισίου ασφάλειας που αποτελεί προϋπόθεση για την ομαλή συναισθηματική και ψυχολογική εξέλιξη του βρέφους.

Τα συναισθήματα φόβου, αγωνίας, θυμού, ανασφάλειας, απογοήτευσης των γονιών, η απουσία του γονέα που χάνει την επιμέλεια εγχαράζουν μνήμες εγκατάλειψης, ανασφάλειας σε πρωτογενείς περιοχές του αναπτυσσόμενου βρεφικού εγκεφάλου.

Συχνά παρατηρείται επιστροφή σε προηγούμενα αναπτυξιακά στάδια, το μωρό επιστρέφει στις κρέμες από τις στερεές τροφές, χάνει δεξιότητες, καθυστερεί η ομιλία, επιστρέφει στην πάνα.

Εμφανίζει δυσκολίες στον ύπνο, είναι ανήσυχο.

Προσκολλάται πάνω στο γονιό που παραμένει στο σπίτι. Έχει ξεσπάσματα σε κλάματα και λυγμούς.

Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας έχουν μια ασαφή κατανόηση της νέας πραγματικότητας, ότι ο μπαμπάς και η μαμά δεν θα ζουν πλέον μαζί.

Φοβούνται την εγκατάλειψη.

Εάν ένας γονιός έφυγε, τι θα σταματήσει και τον άλλον να φύγει;

Προκειμένου να εμποδίσουν το γονιό να φύγει προσπαθούν απελπισμένα να κρατήσουν το δεσμό. Αντιδρούν όπως σε κάθε άλλη περίσταση απειλής εγκατάλειψης, όπως όταν ένας γονιός απομακρύνεται για εργασία μακριά από το σπίτι ή όταν ένα νέο άτομο ανταγωνίζεται την προσοχή του γονέα.

Γκρινιάζουν, γίνονται ευερέθιστα, έχουν εκρήξεις θυμού. Παλινδρομούν, κουβαλούν μαζί τους αρκουδάκια, κουβέρτες, μασουλάνε τον αντίχειρα, «βρέχονται» στο κρεβάτι τους.

Φτιάχνουν φανταστικές ιστορίες, κατηγορούν τους εαυτούς τους, νιώθουν ένοχα. Η μαγική εγωκεντρική σκέψη αυτής της ηλικίας, οδηγεί στην πεποίθηση ότι οι αταξίες τους οδήγησαν στην απομάκρυνση του γονέα.

Παιδιά σχολικής ηλικίας έχουν την ανάγκη να αγαπηθούν κι από τους δύο γονείς και να αγαπήσουν και τους δύο γονείς.

Φαντασιώνονται την επανένωση των γονιών τους.

Πιέζουν τους γονείς να αλληλεπιδράσουν με οποιονδήποτε τρόπο.

Δημιουργούν κρίσεις για να αναγκάσουν την επαφή του ζευγαριού.

«Ξεχνούν» αντικείμενα ώστε να αναγκάσουν στην επιστροφή στο σπίτι του άλλου γονιού.

Θέλουν να ακυρώσουν τα γεγονότα του χωρισμού και κατηγορούν τους εαυτούς τους.

Τα μεγαλύτερα παιδιά (9-12 ετών) είναι πιο ντροπαλά, θυμωμένα ή επιθετικά.

Παίρνουν την πλευρά του ενός γονέα απέναντι στον άλλον.

Συχνά σωματοποιούν το άγχος τους με παράπονα πονοκεφάλων, πόνου στην κοιλιά, αϋπνίας, εφιαλτικών ονείρων.

Screen Shot 2020-09-24 at 3.43.12 PM.png

"The purpose of psychotherapy is to set people free"